Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις “Απόπλους” η συλλογή 16 διηγημάτων του Σαμιώτη αρχιτέκτονα και συγγραφέα, Μιχάλη Τσιμπλάκη, με τίτλο “Λιμενοβραχίονας”.

Όπως αναφέρεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, “Οι δεκαέξι ιστορίες του βιβλίου μετεωρίζονται μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου, αισθήσεων και παραισθήσεων.

Ιστορίες που εμπλέκονται με άλλες τρίτων, προτρέποντας τον αναγνώστη να γίνει συνοδοιπόρος του αφηγητή σε διαδρομή που αποτυπώνεται αδρά, με χρονικά άλματα, στο χώρο.

Ένα χώρο που μετουσιώνεται σε συγκεκριμένους τόπους και αποτελεί τον κρυφό πρωταγωνιστή των αφηγημάτων.

Το βιβλίο μπορείτε να το βρείτε στο Café – Bar Remezzo στο Πυθαγόρειο.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Ο Μιχάλης Τσιμπλάκης (Πυθαγόρειο Σάμου 1963) είναι αρχιτέκτονας μηχανικός. Όταν δεν σχεδιάζει, αυτοσχεδιάζει με λέξεις, παίζει κιθάρα, φωτογραφίζει και κάνει ποδήλατο.

Ο Βαγγέλης Δημητριάδης έγραψε την ακόλουθη κριτική για το βιβλίο:

“Σε πλήρη ωριμότητα ο αρχιτέκτονας Μιχάλης Τσιμπλάκης και μετά από πολλές παλινδρομήσεις, τροποποιήσεις, βελτιώσεις και αλλαγές, μας παραδίδει τον Λιμενοβραχίονά του με δεκαέξι διηγήματα, μερικά από τα οποία, σε πρώιμη μορφή, έχουν δημοσιευθεί στα σαμιώτικα περιοδικά Απόπλους και Το Τηγάνι.

Η σχέση του με τη γραφή τραγουδιών, ποιημάτων και διηγημάτων, ωστόσο, δεν είναι όψιμη, ανάγεται στα φοιτητικά του χρόνια.

Οι συνθήκες της βιωτής και οι επιφυλάξεις του δεν ευνόησαν την ταχύτερη έκδοση κάποιου άλλου εντύπου του, γεγονός που, αν και δεν έχει συντελέσει στην καθιέρωσή του ως λογοτέχνη, του επιτρέπει να εμφανίζεται σήμερα με ένα άρτιο βιβλίο, γραμμένο με βαθιά γνώση των μυστικών του έντεχνου λόγου.

Ο μονολεκτικός τίτλος Λιμενοβραχίονας, χωρίς άλλες περικειμενικές παραχωρήσεις, είναι σαφής και κατατοπιστικός, δηλώνει και υποδηλώνει πλείστα όσα προσωπικά και διαπροσωπικά, συγκεκριμένα και ιδεατά.

Πέραν του τίτλου και του εικαστικού του εξωφύλλου –ενός υπερβατικού λιμενοβραχίονα βασισμένου σε φωτογραφία του συγγραφέα–, ο όρος παρουσιάζεται στο πρώτο αφήγημα σαν «μόλος του λιμανιού» και στο τελευταίο ως «Λιμενοβραχίονας».

Τριπλή λοιπόν υπενθύμιση (εικαστική, λεκτική, και στη ροή της αφήγησης ερμηνευτική με έναν Αριστοτέλειο ορισμό), ενός τόπου συμβόλου, ενός οδοδείκτη με σηματοδότη τον φάρο, μιας τεχνητής λωρίδας γης που εισδύει στη θάλασσα, εκτείνοντας αφενός τον χώρο δράσης του ήρωα, αλλά κυρίως επιτρέποντας στη φαντασία να ανακαλύπτει τρόπους παραβίασης των κάθε είδους συμβάσεων και ρεαλιστικών θεάσεων του περιβάλλοντος.

Τα διηγήματα του Τσιμπλάκη είναι σύντομες ιστορίες ενός πλάνητα που πραγματοποιεί πολυεπίπεδα ταξίδια: με την ψυχή και τη σκέψη, με τα όνειρα και τις ονειροπολήσεις, με τις διαδρομές σε θάλασσες και στεριές σε τόπους φανταστικούς και υπαρκτούς, εκεί που «ο τόπος και ο χρόνος ως έννοιες δεν βγάζουν νόημα» [σ. 12].

Η παρουσία του συνήθως είναι μοναχική και δυσαρίθμητη. Στο Λιμενοβραχίονα υπάρχει ένας άνθρωπος σε δεκαέξι εκδοχές-μεταμορφώσεις, ταυτισμένος με τον αφηγητή και τον περιπλανώμενο ήρωα ή αντιήρωα ή αντικείμενο (το «Ερείπιο», εξομολογείται προσωποποιημένο τη φθορά) ανάλογα με τον ρόλο που υποδύεται, ιστορίες που ανατέμνουν τον χαρακτήρα του, αλλά δεν θυμίζουν ηρωισμό, που διαθέτουν μια κίτρινη φθινοπωρινή απόχρωση και πολλή μελαγχολία, ίσως γιατί ο αφηγητής / ήρωας αναπλάθει έναν τόπο-ιδέα σε άχρονο χρόνο ή χρόνο που έχει κλείσει την είσοδο στο παρόν.

Αλλά παραδόξως τα υπολείμματα της ανάγνωσης δεν είναι απαισιόδοξα παρότι η μοναξιά έχει απλώσει διάπλατα τα φτερά της και έχει καλύψει ολοκληρωτικά τους τόπους που κινείται και τις συμπεριφορές του.

Οι απλές περιπέτειές του όχι μόνο διαφεύγουν από την Ιστορία, αλλά ήδη έχουν διαλυθεί από τον χρόνο πριν ακόμα σβήσουν οι ήχοι που τις συνέθεσαν.

Τα αφηγήματα διαπνέονται από τη διαρκή αναζήτηση του πρισματικού εαυτού τού κεντρικού ήρωα-αφηγητή, ο οποίος αισθητοποιείται από ένα πολυ-πολιτισμικό πλέγμα αυτοβιογραφικών στοιχείων και μυθοπλασίας.

Και παρότι οι συμπεριφορές του ακροβατούν ανάμεσα στον Δον Κιχώτη και τον Πάντσο, εκφράζουν έντονα τα γνωρίσματα του σύγχρονου ανυπεράσπιστου ανθρώπου που άγεται και φέρεται από την απρόσωπη τεχνολογία, την ερημιά της μεγαλούπολης, τη μελαγχολία του απραγματοποίητου ονείρου και της διάψευσης.

Επίσης στα αφηγήματα αναδύεται με ευκρίνεια η προσωπική περιπέτεια του ήρωα μέσα στο οικογενειακό και συλλογικό περιβάλλον της μικρής παραθαλάσσιας πατρίδας του (την κατονομάζει), μέσα στο οποίο έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του, έως ότου την εγκαταλείψει μεταβαίνοντας στο εξωτερικό για σπουδές.

Ο αφηγητής – ήρωας είναι πειστικός τόσο όταν ονειρεύεται ή διαλογίζεται όσο και όταν πράττει.

Η αλληγορία του λόγου του συχνά παραπέμπει σε πολλαπλή ανάγνωση και ερμηνεία.

Στο «Θίνες και ντάνες» π.χ. κατευθύνεται προς τον φάρο του λιμενοβραχίονα, ενδεχομένως προς τη γυναίκα-έμπνευση ή προς τον αντικειμενικό του στόχο (;), αλλά δεν τον κατακτά.

Επιστρέφει άπραγος στο λιμάνι, ατενίζοντας μακριά το απλησίαστο πέλαγος, διακατεχόμενος από αμηχανία και περιβεβλημένος από ακαθόριστη σύγχυση, η οποία υπό διαφορετικές συνθήκες θα μετατραπεί σε ακατάσχετη ονειροφαντασία («Κάμερα»), θα υιοθετήσει υπερρεαλιστικά στοιχεία («Κολυμπήθρα») και θα εμπλουτισθεί με ποικίλες μορφικές δοκιμές («Μολύβι ή λάπτοπ»).

Διάχυτη είναι η εικόνα μιας γυναικείας μορφής («Vincent’s Bedroom in Arles», «Μαύρα γυαλιά»).

Είναι αχνή, μυστηριώδης και απόμακρη ακόμα κι όταν ο αφηγητής-ήρωας την πλησιάζει και την παρακολουθεί να μετακινείται ανυποψίαστη σε διάφορα μέρη.

Όσο και αν επιδιώκει τη συντροφιά της και την επιθυμεί ερωτικά, ποτέ δεν έρχεται σε επαφή μαζί της, ποτέ δεν ολοκληρώνει την περιπλάνησή του και δεν οριστικοποιεί τη μορφή της.

Γενικώς τα διηγήματα μπορούν να καταταγούν οργανικά σε άκρως βιωματικά ή ανιστορήσεις αφηγήσεων τρίτων («Το Κούτελο», «Η φαλτσέτα», «Δυο κάδρα», «Πλοία», «Σπίτια») και σε διηγήματα προσωποποιημένης περιγραφής του –γενέθλιου βασικά αλλά και του αστικού– τόπου («Ξύλινη πόρτα», «Θίνες και ντάνες» κ.ά.).

Σε όλες τις περιπτώσεις η πρωτοπρόσωπη αφήγηση και η ευφωνία του λόγου του δεν χάνουν ποτέ την αμεσότητά τους, ακόμα κι όταν στα αφηγήματα υπεισέρχονται διαλογικές παρεμβολές.

Το σημαντικότερο ωστόσο χαρακτηριστικό της γραφής του Τσιμπλάκη είναι η επιστημονική παρατηρητικότητα του δομημένου χώρου, ο στοχαστικός, κατευθείαν στον αναγνώστη, εξομολογητικός μονόλογος («Γέφυρα») και η έμφαση στις λεπτομέρειες:

«Ο Α. με βόλεψε σε μια ξύλινη καρέκλα. Το βάρος μου τέντωσε το πανί της. Στήριξα τους αγκώνες στους μηρούς, το πρόσωπό μου στις παλάμες και παρατηρούσα εμμονικά το τμήμα του πυθμένα που είχα στο οπτικό μου πεδίο. Οι ακτίνες που επέστρεφαν, σχημάτιζαν στους αμφιβληστροειδείς χιτώνες μου τα αντεστραμμένα είδωλα της φθοράς και της αλλοίωσης του μετάλλου». [σ. 68-69]

Στην πλειονότητά τους τα αφηγήματα του Λιμενοβραχίονα εξελίσσονται πάνω σε σύγχρονα μετα-μοντερνιστικά πρότυπα, όπου οι αιφνιδιαστικές παρεμβολές συναφούς λογοτεχνίας, λαογραφικών στοιχείων, δοκιμιακού λόγου, ιστορίας, αποσπασμάτων από την αρχαία ελληνική γραμματεία, συνενώνουν με συνειρμούς κείμενα με συγκείμενα, την επιφάνεια με το βάθος, την αφετηρία της λογοτεχνικής συγκρότησης και των διαλογισμών του Μιχάλη Τσιμπλάκη με το εξαιρετικό αποτέλεσμα που εκπέμπει στο σύνολό της η έκδοση“.

Διαβάστε τις ειδήσεις μας στο Google

Κάντε like στη σελίδα μας στο Facebook και στο Instagram

Ακολουθήστε μας στο Twitter

Κάντε εγγραφή στο κανάλι μας στο YouTube

Βρείτε τα φτηνότερα αεροπορικά εισιτήρια με την εφαρμογή Low Fare Calendar!

Discover the best flight deals with Aegean Airlines Low Fare Calendar!